«Μου φαίνεται πως τώρα ήρθε η ώρα να περπατήσουμε σωστά τον λάθος δρόμο, κι υπάρχει μόνο ένας τρόπος να μη χαθούμε… Να ξεχαστούμε, αλλά να μην ξεχάσουμε.»*
Αυτά τα λόγια εκφράζουν, ίσως με τον πιο περιεκτικό τρόπο, τον τρόπο που ο Νίκος Νικολαϊδης έβλεπε τον κόσμο γύρω του και τις ανθρώπινες σχέσεις: Ο δρόμος δε χαράκτηκε από μας, αλλά σ’αυτόν οδεύουμε, χωρίς κανείς ποτέ να μας ρώτησε αν το θέλουμε. Δε μας αρέσει το πού μας οδηγεί, αλλά τουλάχιστον θα φροντίσουμε να τον περπατήσουμε σωστά. Όμως να μην ξεχάσουμε, καθώς ξεχνιόμαστε –όταν αφηνόμαστε σε στιγμές που προσφέρουν κάποια ψευδαίσθηση ελπίδας- από που ήρθαμε και που πηγαίνουμε. Να μην ξεχάσουμε ποιοι είμαστε. Μόνο έτσι δε θα χαθούμε μεταξύ μας, κι ούτε θα χάσουμε τον προορισμό μας. Η φιλία μας, η επικοινωνία μας, η αλληλεγγύη μεταξύ μας, η πάλη για την αξιοπρέπειά και την ελευθερία μας, η συντροφικότητα, η αυτοδιάθεσή μας, η μνήμη μας και τα όνειρά μας είναι αυτά που θα μας κρατήσουν ζωντανούς κι ενωμένους, ενάντια στη λήθη, τη μοναξιά, την αποξένωση, την αλλοτρίωση και το συμβιβασμό.
Αυτή είναι η ηθική που υπερασπίζεται ο Νικολαϊδης στο σύνολο του έργου του. Χωρίς να κάνει κήρυγμα, χωρίς διδακτισμούς, χωρίς να παρουσιάζει μαγικές λύσεις ή ουτοπικές εκβάσεις. Όντας σκληρά ρομαντικός και ρομαντικά σκληρός, σηκώνει τον καθρέφτη στην κοινωνία που παράτησε τον εαυτό της, που δέχτηκε την ταπείνωση και τη φυλάκιση. Μεγεθύνει τα στοιχεία που θεωρεί ότι μας οδηγούν στην αυτοκαταστροφή, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να προειδοποιήσει, να προλάβει, να φωνάξει ότι κάτι δεν πάει καλά και δεν το βλέπουμε.