8.5.10

ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ - Θεόδωρος Αγγελόπουλος

(Βραβεία καλύτερης ταινίας, φωτογραφίας, β΄γυναικείου ρόλου, βραβείο κριτικών)

απόσπασμα από το βιβλίο του Γιάννη Σολδάτου «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ (ΤΟΜΟΣ Β΄)»

«[…] Για τον Ελληνικό Κινηματογράφο, η Αναπαράσταση οροθετεί το πέρασμά του από μια μεγάλη περίοδό του, αυτήν της εμπορικής του ακμής, σε μιαν άλλη, αυτήν του λεγόμενου Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, με κύριο χαρακτηριστικό του την απόλυτη κυριαρχία του σκηνοθέτη-δημιουργού πάνω στο παραγόμενο προϊον, θεωρούμενο πια αποκλειστικά ως καλλιτεχνικό. Ο Αγγελόπουλος αποτελεί τον τέλειο εκφραστή αυτού του κινηματογράφου. Κυρίαρχος του παιχνιδιού όσον αφορά την εξυπηρέτηση των προσωπικών του οραμάτων μέσα από την κάθε ταινία του, θα καταφέρει, στην επόμενη δεκαετία, εκμεταλλευόμενος κυρίως τη διεθνή του φήμη, να κυριαρχήσει και στο παιχνίδι εξεύρεσης κεφαλαίων, κάθε φορά που επιθυμεί να πραγματοποιήσει την καινούρια του ταινία. Η εργοβιογραφία του Αγγελόπουλου παρουσιάζει τεράστιο θεωρητικό ενδιαφέρον, και σ’αυτό ανταποκρίθηκε η παγκόσμια κινηματογραφική φιλολογία με κριτικές, άρθρα, συνεντεύξεις, κινηματογραφικά και τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ, και βιβλία για το σκηνοθέτη.






Η Αναπαράσταση χρησιμοποιεί σαν αφετηρία στο θέμα της ένα έγκλημα που έγινε παλιότερα σε ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου. Ο αγροφύλακας του χωριού και η ερωμένη του, σύζυγος Έλληνα μετανάστη στη Γερμανία, δολοφονούν τον τελευταίο όταν αυτός γυρίζει στον τόπο του, και τον θάβουν στον κήπο. Στη συνέχεια, σκηνοθετούν νέα φυγή του στη Γερμανία. Το έγκλημα, όπως ήταν φυσικό, καταγράφηκε στα αστυνομικά χρονικά, απασχόλησε ποινικά τη δικαιοσύνη και προβλήθηκε από τον Τύπο σαν αποτρόπαια πράξη των δύο σατανικών εραστών. Κανένας, όμως, δεν ενδιαφέρθηκε για τα πολλαπλά επίπεδα της ιστορίας, αυτά ακριβώς τα επίπεδα που φορτίζουν το θέμα του Αγγελόπουλου και των συν-σεναριογράφων του, και αλλάζουν την οπτική από αστυνομική σε κοινωνιολογική. Η Αναπαράσταση δεν είναι αστυνομικό, φωσκολικό δράμα, μα κοινωνιολογική μελέτη πάνω στη μεγάλη ανοιχτή πληγή της ελληνικής υπαίθρου, που οι ειλικρινείς και με συμπάθεια ανασκαλευτές της, ακόμα και οι ψηφοθήρες, την κατονομάζουν σαν «εγκατάλειψη» και «ερήμωση».
Τα επίμονα, γενικά, και μεγάλα σε διάρκεια πλάνα του Αγγελόπουλου δεν καταγράφουν τη γραφική ύπαιθρο του Χατζηχρήστου, μα ένα ατέλειωτο νεκροταφείο. Το πρώτο σχόλιο που ακούγεται, μιλάει για 1250 κατοίκους το 1939, και 85 το 1965. Το χωριό ονομάζεται Τυμφαία, ξεχασμένο ανάμεσα στους ορεινούς όγκους της Ηπείρου.
Πριν από το ζενερίκ, το λεωφορείο της γραμμής προσπαθεί, σχεδόν μάταια, να φτάσει σ’ αυτό. Ήδη μπαίνουμε στον κόσμο του Αγγελόπουλου –αυτόν τον κόσμο, που τόσο θα συζητηθεί στις επόμενες δεκαετίες: πλάνα γενικά, ρυθμοί αργοί, μεγάλο βάθος πεδίου και οι άνθρωποι φιγούρες, σαν μέλη χορού σε αρχαία τραγωδία. Η τελετουργία της τελευταίας, μα και αρκετά θεματικά της μοτίβα, είναι παρόντα στις ταινίες του Αγγελόπουλου. Η άμεση αναφορά στην Ορέστεια, που συναντάμε στο Θίασο, εδώ είναι έμμεση. Ο Γούσης γυρίζει στο σπίτι του μετά από τη δική του περιπλάνηση σε κάποια μακρινή μητρόπολη του καπιταλισμού. Γι’ αυτούς που έμειναν εδώ, το εκεί φαντάζει σαν η αληθινή ζωή, ένας μακρινός επίγειος παράδεισος. Η γυναίκα του ξενιτεμένου όλα αυτά τα χρόνια δεν άντεξε και τον αντικατέστησε με εραστή. Με το γυρισμό του στην Τυμφαία-Μυκήνες θα έχει την τύχη του μακρινού εκείνου προτύπου. Το ρόλο του διχτυού θα τον παίξει η τριχιά. Το ίδιο παράνομο πάθος, διαφορετικές οι κοινωνικές συνθήκες που οδήγησαν στον ξενιτεμό, απελπισμένη διέξοδος απ’ την ανυπαρξία ο δεσμός των δύο εραστών. Τραγικές φιγούρες ο χορός, δεν ψάλλουν παθήματα βασιλιάδων, μοιρολογούν πάνω στα ερείπια του τόπου τους.
Η αφήγηση του Αγγελόπουλου δεν είναι γραμμική, γιατί επίκεντρο του ενδιαφέροντος, δημιουργού και θεατή, είναι η έρευνα κι όχι η τύχη των ηρώων. Η τελευταία είναι γνωστή απ’ την αρχή: ο ξενιτεμένος δολοφονήθηκε, και οι ένοχοι βρίσκονται στα χέρια της δικαιοσύνης. Κανένας Ορέστης-εκδικητής δεν πρόκειται να σώσει τον τόπο από το μίασμα και να φέρει την ευημερία στο λαό του Άργους. Οι ένοχοι θα βρεθούν στη φυλακή, και ο τόπος θα συνεχίσει να βιώνει τον αργό του θάνατο.
Ένα ακόμα σπίτι σφραγίστηκε, έξι άτομα ακόμα (οι θύτες, το θύμα και τα παιδιά) έφυγαν από τη ζωή του χωριού. Τα στοιχεία της αστυνομικής έρευνας (αναπαραστάσεις του εγκλήματος, εξέταση των ενόχων, χωριστά και κατά αντιπαράθεση, πισωγυρίσματα της δράσης) βοηθούν στην ανατροπή της γραμμικής αφήγησης. Η προσοχή συγκεντρώνεται στο κοινωνικό πρόβλημα. Κάθε πλάνο που βγαίνει από τη μηχανή του Αρβανίτη, σχολιάζει και μιαν ακόμα πληγή του χώρου. Οι δημοσιογράφοι, που έρχονται να καλύψουν με ρεπορτάζ μια υπόθεση φόνου, βρίσκονται μπροστά στο σύμπτωμα της μαζικής τάσης για φυγή από τον καταραμένο τόπο. Το έγκλημα διαλευκάνθηκε, οι ένοχοι οδηγούνται στη φυλακή κάτω από τις κατάρες μαυροφορεμένων υπερήλικων γυναικών. Η αναπαράσταση τελείωσε. Ο Sergio Areccoγράφει στο βιβλίο του για τον Αγγελόπουλο:
Ακόμα κι αν δεν συναντά ανάμεσα στα ερείπια την αγριότητα και τα συντρίμμια που συνάντησε ο Μπουνιουέλ διατρέχοντας τις Hurdes, εντούτοις δημιουργεί –με αυτά τα βουβά ίχνη, με αυτά τα απολιθωμένα όντα (ας θυμηθούμε το κοντόχοντρο σώμα της Ελένης)- έργο φανταστικό, υπερρεαλιστικό. Μέσα απ’το εργαστήρι της Αναπαράστασης καθορίζεται η αλληγορική λειτουργία της τέχνης, που θα αποτελέσει μια ιδέα-οδηγό και θα συνοδεύει το σκηνοθέτη κατά τη διάρκεια της πυρετικής κυοφορίας της «τριλογίας».[…]»

Γιάννης Σολδάτος